αμυδρός
επίθετο1. Που εκπέμπει ή διαθέτει λίγο φως· όχι έντονα φωτισμένο.
2. Που είναι δύσκολα αντιληπτός ή δεν διακρίνεται καθαρά· παρουσιάζει μικρή ένταση ή σαφήνεια (για ήχους, μνήμες, συναισθήματα).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αμυδρός φωτισμός της πόλης έκανε τα κτίρια να φαίνονται μυστηριώδη.
- Έχω μια αμυδρή ανάμνηση από εκείνο το καλοκαίρι.
- Πριν από την ανακοίνωση είχα ένα αμυδρό προαίσθημα ότι κάτι θα άλλαζε.
- Στο βάθος του δάσους διακρίνονταν αμυδρές φιγούρες.
- Ο πίνακας ήταν βαμμένος με αμυδρά χρώματα που έδιναν ατμόσφαιρα νοσταλγίας.