αμαθής
επίθετο1. Που στερείται μόρφωσης ή επαρκούς γνώσης σε γενικό επίπεδο.
2. Που δεν έχει τις απαραίτητες πληροφορίες ή την κατανόηση για συγκεκριμένο θέμα.
3. Που εμφανίζει άγνοια ή αδυναμία να αντιληφθεί ή να αποδεχθεί νέα δεδομένα.
Συνώνυμα
αδαής ανίδεος άγνοος άσχετος αμόρφωτος αγράμματος απαίδευτος ακαλλιέργητος ημιμαθής ανεκπαίδευτος άπειρος αφελής ανόητος ηλίθιος χαπατός μπαμπάκας ερασιτεχνικός
Αντώνυμα
μορφωμένος ενημερωμένος διαβασμένος εκπαιδευμένος καταρτισμένος γνώστης επιστήμονας επιμορφωμένος καλλιεργημένος έμπειρος ειδικευμένος ψαγμένος ειδήμων ξύπνιος λαμπρός εμπειρογνώμονας φωτισμένος σοφός ευφυής τεχνίτης επαγγελματίας μάγος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αμαθής μαθητής δυσκολευόταν να κατανοήσει τα ιστορικά κείμενα.
- Η αμαθής γυναίκα παραδέχτηκε ότι δεν ήξερε πώς να χρησιμοποιήσει τον υπολογιστή.
- Όποιος δεν γνωρίζει τα τοπικά έθιμα μπορεί να φανεί αμαθής.
- Οι πολιτικές αποφάσεις που αγνοούν την εκπαίδευση αφήνουν πολλούς αμαθείς πολίτες πίσω.
- Δεν είναι ντροπή να είσαι αμαθής σε κάτι· σημαίνει ότι χρειάζεται μάθηση.