αλαζονεία
ουσιαστικό1. Η κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία ένα άτομο τρέφει υπερβολική εκτίμηση για τον εαυτό του και θεωρείται ανώτερο των άλλων, εκδηλώνοντας έπαρση και περιφρόνηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τον πρόδωσε η αλαζονεία του όταν αρνήθηκε να ζητήσει βοήθεια.
- Η αλαζονεία της εξουσίας τον έκανε να καταπατά βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.
- Μετά από χρόνια επιτυχιών, η αλαζονεία του τον αποξένωσε από τους συναδέλφους.
- Στον διάλογο φάνηκε ξεκάθαρα η αλαζονεία του, που τον έκανε να αγνοεί άλλες γνώμες.
- Η αλαζονεία του δημιουργού οδήγησε στην αποτυχία του έργου.