αλήτης
ουσιαστικό1. Άτομο που ζει χωρίς σταθερή κατοικία ή τακτική εργασία, περιπλανώμενο και συνήθως χωρίς μόνιμη οικονομική υποστήριξη.
2. Άτομο που ενεργεί με ανέντιμο, επιπόλαιο ή αντικοινωνικό τρόπο, παραβαίνοντας τους κοινωνικούς κανόνες ή το νόμο.
Συνώνυμα
αλητάκος αληταράς αλητόπαιδο πλανόβιος αλητοπαίδι αστέγος περιπλανώμενος ζητιάνος παλιάνθρωπος άτιμος μάγκας μπράβος νταής πλάνης κακοποιός απατεώνας κλέφτης λωποδύτης βρωμιάρης κουρελής γυρολόγος περιφερόμενος περαστικός παραβάτης κτήνος ληστής εγκληματίας ρουφιάνος οδοιπόρος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αλήτης περπατούσε στους δρόμους χωρίς σταθερή στέγη.
- Μην είσαι αλήτης, επιστρέψε τα λεφτά που πήρες.
- Τι αλήτης που είσαι, μου έκρυψες το δώρο!
- Στο μυθιστόρημα, ο ήρωας ξεκίνησε ως αλήτης και τελείωσε ήρωας.
- Οι αλήτες της συμμορίας συνελήφθησαν από την αστυνομία.