αδυσώπητος
επίθετο1. Που δεν δείχνει έλεος ή συμπόνια απέναντι σε πρόσωπα ή καταστάσεις, δεν υποχωρεί ούτε κάνει εκπτώσεις στη συμπεριφορά ή στις απαιτήσεις του.
Συνώνυμα
αμείλικτος ανελέητος αλύπητος ανηλεής ανάλγητος σκληρός στυγνός σκληρόκαρδος αυστηρός άκαρδος σκληροτράχηλος αδίστακτος ψυχρός βάρβαρος επιθετικός ζόρικος άγριος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δικτάτορας ήταν αδυσώπητος με τους αντιφρονούντες.
- Η αδυσώπητη καταιγίδα κατέστρεψε τα χωράφια.
- Ο χρόνος είναι αδυσώπητος — δεν περιμένει κανέναν.
- Στην αγορά επικρατεί αδυσώπητος ανταγωνισμός που εξοντώνει τις μικρές επιχειρήσεις.
- Η αδυσώπητη ζέστη του καλοκαιριού έκανε τις βόλτες δύσκολες.