άσπλαχνος
άλλοΠου δεν δείχνει έλεος, συμπόνια ή καλοσύνη απέναντι σε άλλους.
Συνώνυμα
αμείλικτος ανελέητος ανηλεής άκαρδος ανάλγητος στυγνός απάνθρωπος άτεγκτος αδίστακτος σκληρός ψυχρός αναίσθητος βάρβαρος αυστηρός άδικος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο στρατηγός ήταν άσπλαχνος απέναντι στους αιχμαλώτους.
- Η απόφαση της διοίκησης ήταν άσπλαχνη, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες των εργαζομένων.
- Ο χειμώνας ήταν άσπλαχνος φέτος, με πολύ χαμηλές θερμοκρασίες.
- Το άσπλαχνο σύστημα υγείας αφήνει πολλούς χωρίς φροντίδα.
- Οι άσπλαχνοι κριτές καταδίκασαν χωρίς δεύτερη σκέψη.