άπειρος
επίθετο1. Που δεν έχει όρια, τέλος ή παύση και εκτείνεται ανεξόριστα στον χώρο, στον χρόνο ή στην ποσότητα.
2. Που, στα μαθηματικά, χαρακτηρίζει μέγεθος ή σύνολο χωρίς πεπερασμένο πλήθος στοιχείων ή χωρίς άνω όριο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
πεπερασμένος περιορισμένος έμπειρος γνώστης μάστορας τεχνίτης ώριμος πεπειραμένος αυθεντία βετεράνος γκουρού δοκιμασμένος δόκιμος ειδήμων εμπειρογνώμονας ορισμένος ειδικός καταρτισμένος παλιός εξειδικευμένος ειδικευμένος επιδέξιος επιτήδειος ψαγμένος επαγγελματικός επαγγελματίας πρεσβύτερος εκπαιδευμένος ικανός σοφός διαβασμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Το σύμπαν είναι άπειρο.
- Η καινούργια συνάδελφος είναι άπειρη, αλλά πρόθυμη να μάθει.
- Έχει άπειρα βιβλία στο σπίτι.
- Το όριο της συνάρτησης τείνει στο άπειρο.
- Δείχνει άπειρη υπομονή μπροστά στις δυσκολίες.