ασχήμια
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα που προκαλεί αισθητική δυσαρέσκεια λόγω άσχημης εμφάνισης, μορφής ή όψης.
2. Πράξη, συμπεριφορά ή έκφραση που προκαλεί αποστροφή ή θεωρείται ηθικά ή κοινωνικά απαράδεκτη.
Συνώνυμα
ασχημοσύνη αισχρότητα αποκρουστικότητα βδελυγμία αθλιότητα αίσχος σκατομορφιά χυδαιότητα κακό αηδία απρέπεια φρικαλεότητα βρωμιά αμορφία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ασχήμια του εγκαταλειμμένου κτιρίου ήταν εμφανής σε όλη τη γειτονιά.
- Η ασχήμια των σχολίων πλήγωσε πολλούς ανθρώπους.
- Μην κάνεις ασχήμια μπροστά στα παιδιά.
- Τι ασχήμια! Δεν περίμενα να συμβεί κάτι τέτοιο.
- Η ασχήμια της προδοσίας δεν ξεχνιέται.