ομορφιά
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση του να προκαλεί αισθητική ευχαρίστηση ή θαυμασμό μέσω μορφής, χρώματος, ήχου, κίνησης ή γενικής εμφάνισης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ασχήμια ασχημοσύνη αηδία αηδρότητα αποκρουστικότητα απωθητικότητα φρικαλεότητα αμορφία κακό φοβερότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ομορφιά του τοπίου με εντυπωσίασε.
- Η ομορφιά της ψυχής της φαίνεται στις πράξεις της.
- Η ομορφιά της μουσικής αναδύθηκε στη σιωπή.
- Τι ομορφιά!
- Η ομορφιά του κήπου ξυπνάει αισθήματα γαλήνης.