ταξίαρχος
ουσιαστικόΑνώτερος στρατιωτικός βαθμός που αντιστοιχεί σε αξιωματικό πάνω από τον συνταγματάρχη και κάτω από τον υποστράτηγο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ταξίαρχος έδωσε τις τελικές διαταγές πριν από την άσκηση.
- Η ταξίαρχος ανέλαβε τη διοίκηση της μονάδας μετά την προαγωγή της.
- Στο στρατόπεδο παρευρέθηκε και ο ταξίαρχος για την επιθεώρηση.
- Ο πατέρας της υπηρέτησε ως ταξίαρχος στον στρατό για πολλά χρόνια.