απαρατήρητος

επίθετο

1. Που δεν γίνεται εύκολα αντιληπτός από τα μάτια ή την προσοχή των άλλων, περνώντας χωρίς να τραβάει την προσοχή.

2. Που παραμένει κρυφός ή ανεπαίσθητος και δεν προσελκύει σχόλια ή παρατηρήσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πέρασε απαρατήρητος από την πόρτα χωρίς να τον δει κανείς.
  • Το ταλέντο της δεν έμεινε απαρατήρητο από τους κριτές.
  • Η προσπάθειά της δεν έμεινε απαρατήρητη.
  • Οι αλλαγές στο πρόγραμμα πέρασαν απαρατήρητες από τους χρήστες.
  • Το λάθος στο σχέδιο έμεινε απαρατήρητο μέχρι την παρουσίαση.