σκόπιμος
επίθετο1. Που γίνεται με πρόθεση και επίγνωση για την επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος.
2. Που έχει σχεδιαστεί ή επιλεγεί ώστε να εξυπηρετεί έναν συγκεκριμένο σκοπό ή στόχο.
Συνώνυμα
εσκεμμένος ηθελημένος εκούσιος προμελετημένος προσχεδιασμένος υπολογισμένος σχεδιασμένος συνειδητός επιτηδευμένος ενδεδειγμένος προγραμματισμένος
Αντώνυμα
ακούσιος αθέλητος απρόθετος τυχαίος αυθόρμητος άσκοπος απρομελέτητος τυχαίο ακατάλληλος απρόσφορος άστοχος αυτόματος περιττός μάταιος
Παραδείγματα χρήσης
- Η σκόπιμη παράλειψη των στοιχείων δυσκολεύει την έρευνα.
- Δεν ήταν σκόπιμο να ανακοινώσουν την απόφαση τόσο νωρίς.
- Η βλάβη φαίνεται σκόπιμη και όχι τυχαία.
- Ο διευθυντής έκανε μια σκόπιμη επιλογή για τη σύνθεση της ομάδας.
- Οι αλλαγές στο σύστημα ήταν σκόπιμες και βελτίωσαν την απόδοση.