συντρίμμια
ουσιαστικό1. Μικρά θραύσματα και κομμάτια που προκύπτουν από το σπάσιμο ή την καταστροφή αντικειμένων, κατασκευών ή φυσικών σωμάτων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα συντρίμμια του κτιρίου κάλυπταν τον δρόμο μετά τον σεισμό.
- Μάζεψαν τα συντρίμμια για να βρουν τυχόν επιζώντες.
- Η καρδιά του ήταν γεμάτη συντρίμμια μετά τον ξαφνικό χωρισμό.
- Τα συντρίμμια του αεροπλάνου εντοπίστηκαν στη θάλασσα.
- Ανακάλυψαν αρχαία αγγεία ανάμεσα στα συντρίμμια της ανασκαφής.