ζευγάρι

ουσιαστικό

1. Δύο αντικείμενα ή στοιχεία που θεωρούνται μαζί ως ενότητα ή σύνολο.

2. Δύο όμοια ή ταιριαστά αντικείμενα που σχηματίζουν λειτουργική μονάδα, συνήθως για χρήση μαζί (π.χ. παπούτσια, γάντια).

Συνώνυμα

ζεύγος δυάδα ζευγαράκι ταίρι ανδρόγυνο ζυγάρι σετ δυάς σύνζευγμα ματς

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ζευγάρι περπατούσε χέρι-χέρι στην παραλία.
  • Αγόρασα ένα ζευγάρι καινούρια παπούτσια χθες.
  • Χρειάζομαι ακόμα ένα ζευγάρι κάλτσες για το ταξίδι.
  • Το ζευγάρι των χορευτών κέρδισε τον διαγωνισμό.
  • Το ζευγάρι των πελεκάνων φροντίζει τα μικρά του στη φωλιά.