ακτινοβολία

ουσιαστικό

1. Εκπομπή και διάδοση ενέργειας από μια πηγή με τη μορφή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων ή σωματιδίων που διαδίδεται στο χώρο.

2. Η μορφή αυτής της ενέργειας (π.χ. φωτός, θερμότητας, ραδιοκυμάτων ή ιοντίζουσας ακτινοβολίας) που αλληλεπιδρά με την ύλη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

απορρόφηση σκοτάδι σκίαση εμπόδιση ανάκλαση κατακράτηση

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ακτινοβολία του ήλιου μπορεί να προκαλέσει εγκαύματα και μακροπρόθεσμες βλάβες στο δέρμα.
  • Η ακτινοβολία από ραδιενεργά υλικά είναι επικίνδυνη και απαιτεί ειδικά μέτρα προστασίας.
  • Η ακτινοβολία στις ακτινολογικές εξετάσεις βοηθά στη διάγνωση, αλλά πρέπει να περιορίζεται στην αναγκαία δόση.
  • Η ακτινοβολία θερμότητας από το τζάκι ζεσταίνει το δωμάτιο χωρίς να χρειάζεται άμεση επαφή.
  • Η ακτινοβολία του ηθοποιού στην σκηνή συγκέντρωσε όλα τα βλέμματα.