αίγλη
ουσιαστικό1. Έντονη φωτεινή εμφάνιση γύρω από ένα αντικείμενο ή πρόσωπο, προερχόμενη από ανάκλαση ή εκπομπή φωτός και προκαλώντας εντυπωσιακό οπτικό αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
λάμψη λαμπρότητα ακτινοβολία γοητεία γόητρο κύρος δόξα χλιδή γκλαμουριά μεγαλοπρέπεια φωτεινότητα φως πολυτέλεια ελκυστικότητα επιβλητικότητα φανταχτερότητα υπόληψη κομψότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αίγλη των κεριών αντανακλούσε στα τζάμια του παλιού σαλονιού.
- Η βραδιά είχε όλη την αίγλη μιας παλιάς χολιγουντιανής τελετής.
- Το πανεπιστήμιο διατήρησε την αίγλη του χάρη στους διακεκριμένους καθηγητές.
- Μετά το σκάνδαλο, το θέατρο έχασε την αίγλη του.
- Η αίγλη που ανέδυε το παλιό ξενοδοχείο τράβηξε πολλούς τουρίστες.