εξώφυλλο
ουσιαστικό1. Εξωτερικό κάλυμμα βιβλίου, περιοδικού ή έντυπου έργου που προστατεύει τις σελίδες και φέρει συνήθως τίτλο, εικόνα και στοιχεία έκδοσης.
Συνώνυμα
κάλυμμα επικάλυμμα περίβλημα πρωτοσέλιδο πρόσοψη προμετωπίδα θήκη καπάκι περιτύλιγμα επένδυση επένδυμα κάλυμα επιφάνεια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το εξώφυλλο αυτού του βιβλίου είναι εντυπωσιακό.
- Η τραγουδίστρια πόζαρε για το εξώφυλλο του άλμπουμ.
- Το άρθρο εμφανίστηκε στο εξώφυλλο της κυριακάτικης εφημερίδας.
- Έβγαλα το εξώφυλλο για να καθαρίσω τις σελίδες του παλιού βιβλίου.
- Η συνέντευξη φιγουράρει στο εξώφυλλο του μηνιαίου περιοδικού.