οκνηρά
επίθετο1. Που παρουσιάζει έλλειψη διάθεσης ή προθυμίας για εργασία, προσπάθεια ή δραστηριότητα και προτιμά την αποφυγή κόπου.
2. Που εμφανίζει μειωμένη ενεργητικότητα ή ζωντάνια, ενεργεί αργά ή με απροθυμία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα οκνηρά παιδιά αρνούνται να κάνουν τις δουλειές τους.
- Ο υπάλληλος εργαζόταν οκνηρά, οπότε καθυστέρησαν τα αποτελέσματα.
- Τα οκνηρά όνειρα δεν έγιναν ποτέ πραγματικότητα.
- Παρέδωσε την αναφορά οκνηρά και έπρεπε να την διορθώσω εγώ.
- Τα σχέδια παρέμειναν οκνηρά στο συρτάρι, χωρίς ποτέ να εφαρμοστούν.