μίζα
ουσιαστικό1. Χρήμα ή όφελος που δίνεται παρανόμως ή κρυφά σε κάποιον για να επηρεαστεί η απόφασή του ή να εξυπηρετηθεί μια πράξη.
2. Η μίζα του αυτοκινήτου: μηχανισμός εκκίνησης του κινητήρα με ηλεκτρική ενέργεια, που τον βάζει σε λειτουργία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μηχανικός άλλαξε τη μίζα του αυτοκινήτου και πήρε αμέσως μπροστά.
- Το πρωί η μίζα γύριζε, αλλά ο κινητήρας δεν έπαιρνε μπροστά.
- Η αστυνομία ερευνά καταγγελίες για μίζα σε δημόσιο διαγωνισμό.
- Του ζήτησαν μίζα για να προχωρήσει η υπόθεση πιο γρήγορα.
- Η εταιρεία απομάκρυνε τον υπάλληλο που φερόταν να έχει πάρει μίζα.