πλοίαρχος
ουσιαστικό1. Διοικητής του πλοίου, το πρόσωπο που έχει την ανώτατη ευθύνη για την πλοήγηση, την ασφάλεια, τη διαχείριση και την καθοδήγηση του πληρώματος κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
Συνώνυμα
καπετάνιος κυβερνήτης καπετάνος διοικητής πλοηγός καπτάνιος καπτάν συνταγματάρχης αξιωματικός ναύαρχος πηδαλιούχος αρχηγός επικεφαλής λοχαγός ταγματάρχης πλωτάρχης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πλοίαρχος έδωσε εντολή να ρίξουν άγκυρα για ασφάλεια.
- Η πλοίαρχος χειρίστηκε την κρίση με ψυχραιμία και επαγγελματισμό.
- Οι πλοίαρχοι του εμπορικού στόλου συναντήθηκαν για ενημέρωση.
- Στον χώρο της μουσικής θεωρείται πλοίαρχος της κιθάρας.
- Ο πλοίαρχος ανέβηκε στη γέφυρα για την τελική επιθεώρηση πριν από την αναχώρηση.