δεκανέας

ουσιαστικό

Μικρός βαθμός υπαξιωματικού στον στρατό, αρχηγός μιας δεκάδας ή μικρής ομάδας στρατιωτών, υπεύθυνος για την καθημερινή διοίκηση, την εκπαίδευση, την τήρηση της πειθαρχίας και την εφαρμογή οδηγιών.

Συνώνυμα

δεκανός δεκανεύς δεκάρχης δεκανιάρης κορποράλ δεκάς υπαξιωματικός στρατηγός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο δεκανέας οργάνωσε τις βάρδιες και έλεγξε τον εξοπλισμό.
  • Στην παρέλαση, ο δεκανέας προπορευόταν και καθοδηγούσε το τμήμα.
  • Ο δεκανέας ενημέρωσε το λοχαγό για τα προβλήματα του τμήματος.
  • Στην αρχαιότητα, ο δεκανέας ήταν υπεύθυνος για μια ομάδα δέκα ανδρών.
  • Κατά την άσκηση, ο δεκανέας έδειξε μεγάλη αποφασιστικότητα και ηγετική ικανότητα.