ωθώ

ρήμα

1. Εφαρμόζω φυσική δύναμη σε κάτι, ώστε να το μετακινήσω, να το ωθήσω σε άλλη θέση ή να αλλάξω τη φορά ή την ταχύτητά του.

2. Προκαλώ ή εντείνω την προώθηση ή την εξέλιξη μιας διαδικασίας, ιδέας ή δράσης μέσω ενέργειας, πίεσης ή επιρροής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Με το ένα χέρι ωθώ την πόρτα για να την ανοίξω.
  • Στη συζήτηση ωθώ τους συνομιλητές μου να εκφράσουν διαφορετικές απόψεις.
  • Κάθε πρωί ωθώ τον εαυτό μου να γυμναστεί, ακόμα κι όταν δεν έχω διάθεση.
  • Στη δουλειά ωθώ την ομάδα να δοκιμάσει καινοτόμες λύσεις.
  • Σε κρίσιμες στιγμές ωθώ τον εαυτό μου να αναλάβει ρίσκα για το κοινό καλό.