ψυχή

ουσιαστικό

1. Άυλο ή υπερφυσικό στοιχείο που θεωρείται η έδρα της ζωής, της συνείδησης και της προσωπικότητας σε ανθρώπους και ζώα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αναπαύθηκε η ψυχή του.
  • Είναι καλή ψυχή και βοηθά πάντα τους άλλους.
  • Η ψυχή μου χρειάζεται ξεκούραση μετά από αυτή την εβδομάδα.
  • Δεν βγάζει ψυχή από το πλήθος σήμερα στην πλατεία.
  • Το έργο ήταν χωρίς ψυχή, μου φάνηκε πολύ μηχανικό.
  • Τον αγαπώ με όλη μου την ψυχή.