χαρτί
ουσιαστικό1. Λεπτό, εύκαμπτο υλικό κατασκευασμένο κυρίως από χαρτοπολτό ή ινώδη φυτικά υλικά, σχηματισμένο σε φύλλα ή ρολά και προοριζόμενο για γράψιμο, εκτύπωση, ζωγραφική, συσκευασία και άλλες χρήσεις.
Συνώνυμα
χάρτιο κόλλα φύλλο χαρτάκι έγγραφο έντυπο γραπτό σημείωμα σημείωση δελτίο εισιτήριο απόδειξη λογαριασμός πιστοποιητικό βεβαίωση πτυχίο διαβατήριο κουπόνι χαρτονόμισμα χαρτόνι περγαμηνή αποκόμμα συμφωνητικό αντίγραφο βιβλιάριο βιβλίο κάρτα επιταγή δικαίωμα μετοχή δίπλωμα νόμισμα αποδεικτικό ειδοποιητήριο εξουσιοδότηση περιτύλιγμα πιστοποίηση συνταγή τεκμηρίωση υπόμνημα μνημόνιο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έγραψε την έκθεση σε ένα χαρτί.
- Μου ζήτησαν όλα τα χαρτιά στον έλεγχο ταυτότητας.
- Το χαρτί της τουαλέτας τελείωσε, θα πάω στο σούπερ μάρκετ.
- Μην πετάξεις το χαρτί του εισιτηρίου πριν τελειώσει το ταξίδι.
- Έβγαλε ένα χαρτί και κέρδισε το παιχνίδι.