χαρτονόμισμα
ουσιαστικόΈγγραφο ή πλαστικό νομισματικό μέσο με ονομαστική αξία, εκδιδόμενο από κράτος ή κεντρική τράπεζα ως νόμιμο μέσο πληρωμής, φέρει χαρακτηριστικά ασφαλείας και σχεδιασμό και κυκλοφορεί για τη διενέργεια συναλλαγών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πλήρωσα με ένα χαρτονόμισμα των 50 ευρώ.
- Δεν είχα ρέστα, μόνο ένα χαρτονόμισμα μικρής αξίας.
- Το ταμείο αρνήθηκε το χαρτονόμισμα επειδή ήταν σχισμένο.
- Συλλέγω παλιά χαρτονομίσματα· αυτό το χαρτονόμισμα του 1930 είναι πολύ σπάνιο.
- Ο υπάλληλος ελέγχει κάθε χαρτονόμισμα για σημάδια πλαστογραφίας πριν το δεχτεί.