έντυπο

ουσιαστικό

1. Έγγραφο ή υλικό σε χαρτί που φέρει τυπωμένο κείμενο ή εικόνες και προορίζεται για ενημέρωση, παρουσίαση ή διανομή.

2. Φύλλο ή σετ σελίδων με προκαθορισμένα πεδία ή φόρμες, προοριζόμενο για συμπλήρωση πληροφοριών ή χρήση σε επίσημες διαδικασίες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

ηλεκτρονικό ψηφιακό χειρόγραφο ιστοσελίδα προφορικό άυλο ραδιόφωνο ψηφιακή

Παραδείγματα χρήσης

  • Συμπλήρωσε το έντυπο αίτησης και παρέδωσέ το στη γραμματεία.
  • Μοίρασαν έντυπα με πληροφορίες για τις δραστηριότητες του φεστιβάλ.
  • Το έντυπο πρόγραμμα του συνεδρίου περιλαμβάνει τα θέματα και τους ομιλητές.
  • Προτιμώ να λαμβάνω το έντυπο αντί για ηλεκτρονικό αρχείο.
  • Η βιβλιοθήκη διαθέτει παλιά έντυπα σε πλήρη σειρά.