φύλλο
ουσιαστικό1. Φυσικό, συνήθως πλατύ και λεπτό όργανο των φυτών, προσαρτημένο στον βλαστό ή στο κλαδί, όπου πραγματοποιούνται η φωτοσύνθεση και η ανταλλαγή αερίων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το φύλλο του πλατάνου έλαμπε στο φως.
- Έγραψα τις σημειώσεις σε ένα φύλλο χαρτιού.
- Διάβασα ένα ενδιαφέρον άρθρο στο φύλλο της τοπικής εφημερίδας.
- Για την πίτα χρειάζομαι δύο φύλλα κρούστας.
- Ο γιατρός συμπλήρωσε το φύλλο ασθενείας.