αντίγραφο
ουσιαστικό1. Αντικείμενο ή έγγραφο που αποτελεί αναπαραγωγή ενός πρωτοτύπου, με σκοπό τη διατήρηση, τη χρησιμοποίηση ή την παρουσίαση του περιεχομένου αυτού.
Συνώνυμα
αντίτυπο μαϊμού ομοίωμα αντιγραφή φωτοαντίγραφο φωτοτυπία διπλότυπο απομίμηση ρεπλίκα κλώνος φαξιμίλιο έγγραφο είδωλο αναπαραγωγή κατασκεύασμα απομίμημα αποτύπωμα μίμημα κόπια χαρτί δίδυμος πιστοποιητικό μινιατούρα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έδωσα στο γραφείο ένα αντίγραφο της αίτησης.
- Στείλε μου ένα ηλεκτρονικό αντίγραφο της παρουσίασης μετά τη συνάντηση.
- Κράτησα ένα αντίγραφο ασφαλείας των φωτογραφιών στον εξωτερικό σκληρό δίσκο.
- Αυτό το ρούχο φαίνεται να είναι αντίγραφο γνωστής μάρκας.
- Τα αντίγραφα των πρακτικών θα διανεμηθούν σε όλους τους συμμετέχοντες.