χαριτωμένος
επίθετο1. Που προκαλεί τρυφερή συμπάθεια ή ευχάριστη διάθεση εξαιτίας της εμφάνισης, της έκφρασης ή της συμπεριφοράς.
2. Που έχει γλυκές, λεπτές ή παιχνιδιάρικες λεπτομέρειες, δημιουργώντας ελκυστική και ευχάριστη εντύπωση.
Συνώνυμα
χαριτωτικός αξιολάτρευτος γλυκός συμπαθητικός γοητευτικός ελκυστικός κομψός κουκλίστικος γλυκύτατος συμπαθής καλαίσθητος κούκλος θελκτικός λατρευτός τρυφερός ευχάριστος όμορφος πανέμορφος ωραίος αγαπητός διασκεδαστικός γλυκό κωμικός γελαστός παιχνιδιάρης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μωρό είναι χαριτωμένο.
- Η κοπέλα είναι χαριτωμένη και έχει ωραίο χαμόγελο.
- Τα κουτάβια είναι χαριτωμένα όταν παίζουν στον κήπο.
- Ο σερβιτόρος ήταν πολύ χαριτωμένος και εξυπηρετικός.
- Πολύ χαριτωμένο που ξέχασες πάλι τα κλειδιά.