υπόμνημα

ουσιαστικό

1. Γραπτό σημείωμα που συνοψίζει πληροφορίες, επιχειρήματα ή αιτήματα προς ενημέρωση, υπενθύμιση ή επισκόπηση.

2. Έγγραφο που κατατίθεται σε δημόσια αρχή, υπηρεσία ή δικαστήριο με σκοπό την αιτιολόγηση, υποστήριξη ή διεκδίκηση θέσης ή αιτήματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το υπόμνημα κατατέθηκε στο δικαστήριο πριν από την ακρόαση.
  • Έστειλα ένα υπόμνημα στο προσωπικό με τις νέες οδηγίες.
  • Στο τέλος του άρθρου υπάρχει ένα υπόμνημα που εξηγεί τους τεχνικούς όρους.
  • Έγραψε ένα σύντομο υπόμνημα για να μην ξεχάσει τις επόμενες συναντήσεις.
  • Το υπουργείο απέστειλε ένα υπόμνημα στην πρεσβεία εκφράζοντας την επίσημη διαμαρτυρία.