αυτόγραφο
ουσιαστικό1. Χειρόγραφη υπογραφή ή σύντομο προσωπικό σημείωμα ενός προσώπου, ιδίως δημόσιου προσώπου ή καλλιτέχνη, που δίνεται ως υπενθύμιση ή αναμνηστικό.
Συνώνυμα
υπογραφή αυτογραφία αυτογράφημα χειρόγραφο χειρογράφημα αυτοχειρογράφημα υπογεγραμμένο σημείωμα γράμμα υπόμνημα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νεαρός ζήτησε ένα αυτόγραφο από τον αγαπημένο του ηθοποιό.
- Το μουσείο εκθέτει το αυτόγραφο του διάσημου συνθέτη.
- Στο αρχείο βρέθηκε το αυτόγραφο του ποιητή, γραμμένο με μελάνι.
- Το συμβόλαιο δεν ισχύει χωρίς το αυτόγραφο του ιδιοκτήτη.
- Η δημοπρασία πούλησε το αυτόγραφο μαζί με το προσωπικό ημερολόγιο.