τύπος
ουσιαστικό1. Κατηγορία ή είδος αντικειμένων, ιδεών ή προσώπων που χαρακτηρίζεται από κοινά γνωρίσματα και διακρίνεται από άλλες κατηγορίες.
Συνώνυμα
είδος γραμματοσειρά τυπάς έκφραση φόρμουλα πρότυπο μοντέλο κατηγορία κλάση μορφή άνθρωπος άτομο πρόσωπο άνδρας χαρακτήρας δημοσιογραφία ΜΜΕ μέσα υπόδειγμα στερεότυπο άντρας εντύπωση φόρμα φιγούρα γένος σχήμα έντυπα μάγκας αποτύπωμα κανόνας φύση δείγμα προσωπικότητα σόι δημοσιογράφος φύλο στέλεχος διατύπωση μοτίβο νόρμα παλικάρι παλληκάρι παράδειγμα παραλλαγή ράτσα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο τύπος που συνάντησα χθες ήταν πολύ ευγενικός.
- Τι τύπος μουσικής σου αρέσει;
- Ο τύπος ασχολήθηκε εκτενώς με το γεγονός.
- Ο τύπος για το εμβαδόν του κύκλου είναι π·r^2.
- Χρειάζομαι έναν τύπο εγγράφου που να είναι συμβατός με το σύστημα.