τσιμπάω
ρήμα1. Πιέζω ή δαγκώνω με τα δάχτυλα ή με μικρό αιχμηρό αντικείμενο κάποιο τμήμα του σώματος ή άλλου υλικού, προκαλώντας πόνο ή σημάδι.
Συνώνυμα
τσιμπώ τσιμπάρω κεντρίζω τσιμπολογάω πέφτω ξεγελιέμαι δαγκώνω αρπάζω κλέβω πιάνω παρασύρομαι παίρνω αποδέχομαι γεύομαι αγοράζω συλλαμβάνω τρώω δοκιμάζω πιέζω εισπράττω παραλαμβάνω προμηθεύομαι λαμβάνω διαλέγω αποκτώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν παίζουμε, συχνά τσιμπάω τον αδερφό μου για πλάκα.
- Στο γραφείο τσιμπάω κάτι μικρό για να μη πεινάσω.
- Πριν σερβίρω την τούρτα, τσιμπάω ένα κομμάτι για δοκιμή.
- Στο παζάρι τσιμπάω συνήθως καλές προσφορές.
- Το καλοκαίρι, χωρίς σπρέι, τσιμπάω από τα κουνούπια κάθε βράδυ.