τρομαγμένος
επίθετο1. Που βιώνει έντονο φόβο ή ανησυχία, εκδηλώνοντας σωματικά ή συμπεριφορικά σημάδια αναστάτωσης.
2. Που έχει αιφνιδιαστεί από κάτι απρόσμενο και παρουσιάζει στιγμιαία έντονη αντίδραση ή επιφυλακτικότητα.
Συνώνυμα
φοβισμένος έντρομος θορυβημένος τρομοκρατημένος πανικοβλημένος εκφοβισμένος φοβικός σαστισμένος εκπλαγμένος πελαγωμένος αγχωμένος μουδιασμένος ταραγμένος παγωμένος αγωνιώδης συντετριμμένος δειλόψυχος συγκλονισμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο τρομαγμένος άντρας έτρεξε προς την έξοδο.
- Ο τρομαγμένος σκύλος κρυβόταν κάτω από το τραπέζι.
- Ο μικρός ήταν τρομαγμένος από τον δυνατό θόρυβο.
- Φαινόταν τρομαγμένος όταν άκουσε τα νέα.
- Μη φοβάσαι, δεν είμαι τρομαγμένος.