τιμωρώ
ρήμα1. Επιβάλλω σε κάποιον ποινή ή στέρηση ως αποτέλεσμα παραβίασης κανόνα, νόμου ή ηθικής υποχρέωσης.
2. Προκαλώ σωματική ή ψυχική δυσφορία σε κάποιον με σκοπό την αποτροπή, την επιβολή πειθαρχίας ή την ανάδειξη συνεπειών.
Συνώνυμα
ποινώ επιπλήττω σωφρονίζω συνετίζω παραδειγματίζω καταδικάζω φυλακίζω εξορίζω απειλώ δημεύω βασανίζω δέρνω ξυλοκοπώ εξοντώνω εξευτελίζω ταπεινώνω εκδικώ εκδιώκω αποπέμπω υποβιβάζω τσάκισω ανταποδίδω αντεπιτίθεμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ως γονιός, πολλές φορές τιμωρώ το παιδί με στέρηση προνομίων.
- Ως δικαστής, τιμωρώ τους ενόχους σύμφωνα με το νόμο.
- Συχνά τιμωρώ τον εαυτό μου για λάθη που έκανα στο παρελθόν.
- Στο παιχνίδι, όταν ο αντίπαλος κάνει λάθος, τιμωρώ την αδύναμη άμυνά του με γκολ.
- Όταν τιμωρώ, προσπαθώ να είμαι δίκαιος και αναλογικός.