σύμπραξη

ουσιαστικό

1. Κοινή, συντονισμένη ενέργεια ή δράση από δύο ή περισσότερα πρόσωπα, φορείς ή οργανισμούς με σκοπό την επίτευξη κοινού στόχου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η σύμπραξη των δύο εταιρειών δημιούργησε ένα νέο προϊόν.
  • Οι μουσικοί ανακοίνωσαν μια κοινή σύμπραξη για το φεστιβάλ.
  • Η σύμπραξη μεταξύ του δήμου και ιδιωτών βελτίωσε τις συγκοινωνίες.
  • Η σύμπραξη επιστημόνων από διαφορετικά ιδρύματα οδήγησε σε νέα ανακάλυψη.
  • Χρειάστηκε η σύμπραξη πολλών δυνάμεων για να αντιμετωπιστεί η κρίση.