σύμβαση

ουσιαστικό

1. Δεσμός μεταξύ δύο ή περισσότερων φυσικών ή νομικών προσώπων που καθορίζει όρους, δικαιώματα και υποχρεώσεις και μπορεί να εφαρμοστεί νομικά, συνήθως καταγράφεται εγγράφως αλλά μπορεί να είναι και προφορικός.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Υπέγραψαν τη σύμβαση χθες το απόγευμα.
  • Η σύμβαση εργασίας προβλέπει ετήσιες άδειες και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
  • Η διεθνής σύμβαση για την προστασία των θαλασσών τέθηκε σε ισχύ πέρυσι.
  • Στην τέχνη, η σύμβαση επιτρέπει στον θεατή να αποδεχθεί μη ρεαλιστικά στοιχεία.
  • Οι όροι της σύμβασης τροποποιήθηκαν μετά από διαπραγματεύσεις.