σχολιάζω
ρήμα1. Εκφράζω παρατήρηση, γνώμη ή κρίση για κάποιο γεγονός, κείμενο, δήλωση ή συμπεριφορά.
2. Προσθέτω σημειώσεις ή επεξηγήσεις σε κείμενο, εικόνα ή αρχείο με σκοπό τη διευκρίνιση ή την ανάλυση του περιεχομένου.
Συνώνυμα
επισημαίνω σημειώνω αναφέρω εκφράζω διατυπώνω παρατηρώ απαντώ αντιδρώ υπενθυμίζω δηλώνω ανακοινώνω θίγω λέω συζητάω αναλύω εξηγώ επιχειρηματολογώ κριτικάρω επικρίνω αξιολογώ παραθέτω ανταπαντώ ειρωνεύομαι θάβω γκρινιάζω διαμαρτύρομαι χαριτολογώ υποστηρίζω αναφέρομαι αποκρίνομαι ερμηνεύω μιλώ συζητώ απαντάω λέγω ομιλώ διαφωτίζω επεξηγώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συχνά σχολιάζω άρθρα στο διαδίκτυο.
- Στο περιθώριο του βιβλίου σχολιάζω σημαντικές ιδέες.
- Σε συναντήσεις, συνήθως σχολιάζω την πρόταση μετά την παρουσίαση.
- Όταν βλέπω ταινίες, σχολιάζω τις σκηνοθετικές επιλογές.
- Στο μπλογκ μου σχολιάζω καθημερινά πολιτικά γεγονότα.