σχεδιάζω
ρήμα1. Αποτυπώνω με σχέδια, σκίτσα ή διαγράμματα τη μορφή, τη διάταξη ή τη δομή ενός αντικειμένου, χώρου ή έργου, συχνά με τεχνικό ή καλλιτεχνικό σκοπό.
Συνώνυμα
σκιτσάρω χαράσσω καταστρώνω προμελετώ σκαρώνω σκοπεύω προγραμματίζω οργανώνω συντάσσω μελετώ επινοώ σκαρφίζομαι διαμορφώνω απεικονίζω ζωγραφίζω σχηματίζω συνδιαμορφώνω κάνω φτιάχνω μαγειρεύω δημιουργώ συλλαμβάνω προετοιμάζω διοργανώνω συνθέτω σκέφτομαι φαντάζομαι πλάθω οραματίζομαι αναπτύσσω περιγράφω συνδιαλέγομαι ετοιμάζω σκέπτομαι ζυμώνω στοχάζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ σχεδιάζω ένα σκίτσο για το παιδικό βιβλίο.
- Κάθε μέρα σχεδιάζω το πρόγραμμά μου για την εβδομάδα.
- Αυτή την εβδομάδα σχεδιάζω να ταξιδέψω στην Ιταλία.
- Στη δουλειά σχεδιάζω την αρχιτεκτονική της νέας εφαρμογής.
- Με τους συνεργάτες μου σχεδιάζω τη στρατηγική προώθησης του προϊόντος.