σχήμα
ουσιαστικό1. Σύνολο γραμμών ή επιφανειών που σχηματίζουν τον περίγραμμα ή την μορφή ενός αντικειμένου, όπως ορίζεται στη γεωμετρία.
2. Εξωτερική όψη, γενική μορφή και διάταξη ενός σώματος ή αντικειμένου που διακρίνει την εμφάνιση ή τις αναλογίες του.
Συνώνυμα
μορφή φόρμα περίγραμμα σχέδιο διάγραμμα φιγούρα τύπος δομή γράφημα σκιτσάρισμα σχεδίασμα σιλουέτα μπάντα συγκρότημα κομπανία μοτίβο πρότυπο εικόνα εμφάνιση απεικόνιση προφίλ μορφολογία σκαρί φάτσα τρόπος εταιρεία μοντέλο τατουάζ κόμμα συνεργείο χορωδία μέθοδος δίαιτα ορχήστρα φράση θίασος θεσμός πλαίσιο φόρμουλα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σχήμα του κύκλου δεν έχει γωνίες.
- Το σχέδιο άρχισε να παίρνει σχήμα.
- Το σχήμα της ομάδας στην άμυνα άλλαξε πριν το δεύτερο ημίχρονο.
- Από μακριά φαίνεται καθαρά το σχήμα του παλιού κάστρου.
- Ο ποιητής χρησιμοποίησε διάφορα σχήματα λόγου για να ενισχύσει το νόημα.