συρραφή
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα ένωσης δύο ή περισσότερων τμημάτων με βελόνα και νήμα ή με άλλα μέσα, ώστε να κλείσει, να συγκρατηθεί ή να συναρμολογηθεί κομμάτι ύφασμα, δέρμα ή άλλο υλικό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γιατρός έκανε μια μικρή συρραφή στο τραύμα.
- Η συρραφή στο μανίκι του πουκαμίσου έχει χαλαρώσει.
- Η συρραφή των σκηνών στην ταινία ήταν ομαλή και κράτησε τον ρυθμό.
- Το βιβλίο είναι μια συρραφή σύντομων ιστοριών από διαφορετικούς συγγραφείς.
- Η συρραφή των πανοραμικών φωτογραφιών δημιούργησε μια ενιαία εικόνα.