συντηρητικός
επίθετο1. Που προτιμά τη διατήρηση των υφιστάμενων κοινωνικών, πολιτικών ή οικονομικών δομών, αποφεύγει ριζικές αλλαγές και επιδιώκει σταθερότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
προοδευτικός ανατρεπτικός νεωτερικός νεωτεριστικός προχωρημένος ριζοσπαστικός επαναστατικός ανοιχτόμυαλος μοντέρνος ριζικός αντισυμβατικός εκκεντρικός πρωτοπόρος σύγχρονος αριστερός σέξι εναλλακτικός ανορθόδοξος επαναστάτης παρορμητικός ριψοκίνδυνος πρωτοποριακός καινοτόμος τολμηρός ελευθεριακός ανοιχτός παιδικός άσεμνος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συντηρητικός βουλευτής εξέφρασε αντίθεση στις ριζικές μεταρρυθμίσεις.
- Η μητέρα της είναι πιο συντηρητική στο ντύσιμο.
- Οι κάτοικοι ήταν συντηρητικοί απέναντι στην εισαγωγή νέων τεχνολογιών.
- Ο γιατρός πρότεινε συντηρητική θεραπεία πριν εξετάσουν το ενδεχόμενο χειρουργείου.
- Στην οικονομική έκθεση υιοθετήσαμε μια συντηρητική εκτίμηση των εσόδων.