αριστερός
επίθετο1. Που βρίσκεται ή αναφέρεται στην αριστερή πλευρά ενός σώματος, χώρου ή αντικειμένου σε σχέση με το πρόσωπο ή τον προσανατολισμό.
Συνώνυμα
αριστερόστροφος αριστερά αριστερόχειρας κομμουνιστής κομμουνιστικός σοσιαλιστής σοσιαλιστικός προοδευτικός ριζοσπαστικός κόκκινος πλαϊνός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πέρασε στην αριστερή λωρίδα.
- Είναι αριστερός πολιτικός με προοδευτικές απόψεις.
- Ο γιατρός εξέτασε τον αριστερό καρπό του ασθενούς.
- Ο προπονητής τοποθέτησε έναν αριστερό μπακ στην άμυνα.
- Έβγαλε το αριστερό παπούτσι γιατί τον πονούσε.