συντέλεια

ουσιαστικό

1. Τέλος ή ολοκλήρωση μιας διαδικασίας, ενός έργου ή μιας περιόδου, κατά την οποία παύει η συνέχισή τους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι προφητείες μιλούν για τη συντέλεια του κόσμου.
  • Η ολοκλήρωση του έργου σήμανε τη συντέλεια μιας εποχής στην κοινότητα.
  • Ο φόβος της συντέλειας κυριαρχούσε στις ειδήσεις εκείνης της περιόδου.
  • Η πλημμύρα σχεδόν προκάλεσε τη συντέλεια του χωριού.
  • Έπειτα από πολλούς κόπους, πέτυχαν τελικά τη συντέλεια του προγράμματος.