συνεχής
επίθετο1. Που διαρκεί χωρίς παύση ή διακοπή στη ροή του χρόνου.
2. Που εκτείνεται σε συνέχεια χωρίς κενά ή διακοπές στον χώρο, σχηματίζοντας ενιαία δομή.
Συνώνυμα
αδιάλειπτος αδιάκοπος ακατάπαυστος διαρκής συνεχιζόμενος αέναος ατελείωτος μόνιμος σταθερός παρατεταμένος αδιάσπαστος απρόσκοπτος ομαλός σταθερό αμετάβλητος καθημερινός ενιαίος τακτικός καταιγιστικός ομοιόμορφος
Αντώνυμα
ασυνεχής διακοπτόμενος διακεκομμένος σποραδικός παροδικός διακριτός στιγμιαία ασυνεπής περιστασιακός περιοδικός σπασμωδικός αποσπασματικός στιγμιαίος εφήμερος άστατος ασταθής ασύνδετος ευμετάβλητος μεμονωμένος μεταβατικός
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνεχής βροχή κράτησε όλη τη νύχτα.
- Η ανάπτυξη της εταιρείας είναι συνεχής τα τελευταία χρόνια.
- Ένας συνεχής θόρυβος ενοχλούσε τους κατοίκους.
- Στα μαθηματικά, μια συνάρτηση είναι συνεχής αν δεν έχει ασυνέχειες.
- Η συνεχής ενημέρωση των πολιτών είναι σημαντική σε έκτακτες καταστάσεις.