συνδιάσκεψη
ουσιαστικό1. Συνάντηση εκπροσώπων, φορέων ή ειδικών που πραγματοποιείται για να συζητήσουν, να διαπραγματευτούν και να λάβουν αποφάσεις επί θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος.
Συνώνυμα
διάσκεψη συνέδριο σύσκεψη σύνοδος συνάντηση συνάθροιση συνέλευση συνάξη συγκέντρωση ημερίδα φόρουμ διαβούλευση συνεδρίαση συνεδρία σεμινάριο συζήτηση εκδήλωση ραντεβού μάζεμα μάζωξη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνδιάσκεψη ξεκινά αύριο το πρωί στο συνεδριακό κέντρο.
- Η διεθνής συνδιάσκεψη για το κλίμα συγκέντρωσε επιστήμονες και πολιτικούς από όλο τον κόσμο.
- Οι συνδιασκέψεις του κόμματος καθορίζουν την εσωτερική του πολιτική.
- Η απόφαση της συνδιάσκεψης ήταν ομόφωνη και ανακοινώθηκε αμέσως.
- Η συνδιάσκεψη πραγματοποιήθηκε εξ ολοκλήρου διαδικτυακά λόγω των περιορισμών.