συμφορά

ουσιαστικό

1. Απρόσμενο και δυσμενές περιστατικό ή γεγονός που προκαλεί ζημία, τραυματισμό ή καταστροφή σε πρόσωπα, περιουσία ή κοινότητες.

2. Περίοδος ή σειρά αρνητικών συμβάντων που φέρνουν σοβαρές δυσκολίες ή δοκιμασίες στη ζωή ενός ατόμου ή σε μια ομάδα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συμφορά ήρθε ξαφνικά και άλλαξε τη ζωή τους.
  • Μια μεγάλη συμφορά χτύπησε το χωριό μετά την καταιγίδα.
  • Η συμφορά στο εργοτάξιο προκάλεσε καθυστερήσεις και τραυματισμούς.
  • Αυτή η βροχή είναι πραγματική συμφορά για τις διακοπές μας.
  • Τι συμφορά που χάσαμε το τρένο!