συμπαράσταση
ουσιαστικό1. Παρουσία και ενέργειες δίπλα σε κάποιον με σκοπό να τον ανακουφίσουν, να τον ενθαρρύνουν ή να τον βοηθήσουν πρακτικά σε δύσκολη κατάσταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έδειξε θερμή συμπαράσταση στους συναδέλφους της.
- Η απλή κίνηση στο δρόμο ήταν μια μικρή αλλά σημαντική συμπαράσταση.
- Ο νόμος προβλέπει θεσμική συμπαράσταση για τα άτομα με αναπηρία.
- Χρειάζομαι λίγη συμπαράσταση για τη μετακόμιση.
- Οι πολίτες εξέφρασαν συμπαράσταση στους απεργούς.