συμμορία

ουσιαστικό

Ομάδα ατόμων που δρα οργανωμένα και συνήθως παράνομα, με σκοπό την τέλεση εγκληματικών πράξεων ή την επιβολή ελέγχου σε άλλους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συμμορία συνελήφθη μετά από επιχείρηση της αστυνομίας.
  • Μια συμμορία παιδιών έγραψε συνθήματα στους τοίχους της γειτονιάς.
  • Οι κάτοικοι φοβούνταν ότι η συμμορία θα επέστρεφε τη νύχτα.
  • Ο αρχηγός κατηγόρησε την αντιπολίτευση ως συμμορία που εξυπηρετεί ξένα συμφέροντα.
  • Η δίκη έδειξε πως η συμμορία είχε δομημένη ιεραρχία και διεθνείς συνδέσεις.