συγκυρία
ουσιαστικό1. Σύνολο των περιστάσεων και συνθηκών που επικρατούν σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και επηρεάζουν την έκβαση γεγονότων ή αποφάσεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συγκυρία ευνοεί τις πολιτικές αλλαγές.
- Λόγω της οικονομικής συγκυρίας, οι επενδύσεις μειώθηκαν.
- Η συγκυρία των γεγονότων αποκάλυψε κρυφές αδυναμίες.
- Δεν ήταν η κατάλληλη συγκυρία για να ξεκινήσουμε το έργο.
- Μια ευνοϊκή συγκυρία μπορεί να μετατρέψει μια μικρή ιδέα σε μεγάλη ευκαιρία.